Οδηγός Διοίκησης και Επιβίωσης στο στρατόπεδο Παύλου Μελά, 1941-1944
Παρθενόπη Βέργου – 9 Δεκεμβρίου, 2025
Το στρατόπεδο Παύλου Μελά δεν ήταν ο μοναδικός χώρος κράτησης μέσα στην πόλη της Θεσσαλονίκης και στην ευρύτερη περιοχή της, ήταν όμως ο μεγαλύτερος. Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι επρόκειτο για κτίσματα που χρονολογούνταν από την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στα τέλη του 19ου αιώνα η έκταση ανήκε στη Σαφιγιέ Χανούμ η οποία τον Απρίλιο του 1890 πούλησε ένα μικρό μέρος της (78,4 στέμματα με τη σύγχρονη μέτρηση) στην οθωμανική διοίκηση προκειμένου να στεγαστούν εκεί στρατώνες πυροβολικού (Topsu Kislasi).[1] Το οθωμανικό κτιριολογικό πρόγραμμα στο πλαίσιο του οποίου αγοράστηκε η συγκεκριμένη έκταση είχε, μάλλον, ολοκληρωθεί έως το 1905, περιλαμβάνοντας δύο κτίρια στρατωνισμού, τρεις σταβλικές εγκαταστάσεις, ένα κτίριο διοίκησης, ένα τέμενος[2] και λοιπούς βοηθητικούς και δευτερεύοντες χώρους.[3]
Μετά το 1912 το στρατόπεδο περιήλθε στην ιδιοκτησία του ελληνικού στρατού, ο οποίος κατέλαβε και τμήμα των γειτονικών εκτάσεων με την ονομασία «Στρατώνες Αγίας Παρασκευής», πιθανόν λόγω της κοντινής απόστασης από το νεκροταφείο Αγίας Παρασκευής.[4] Τα επόμενα χρόνια το στρατόπεδο και η ευρύτερη περιοχή του παρέμειναν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος: η αγγλογαλλική παρουσία, το διάστημα 1915-1918, οπότε εγκαταστάθηκαν τα συμμαχικά στρατεύματα στη Θεσσαλονίκη και το στρατόπεδο χρησιμοποιήθηκε ως χώρος στρατωνισμού, νοσοκομείου και σταβλισμού των υποζυγίων,[5] η πυρκαγιά του 1917 και τα κύματα προσφυγικών ροών ήδη από το 1914 έως και μετά το 1922, με την πρόχειρη φιλοξενία των πυροπαθών και των προσφύγων αντίστοιχα.[6] Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, το στρατόπεδο έλαβε την ονομασία «Παύλος Μελάς»,[7] προς τιμήν του γνωστού μακεδονομάχου και η περιοχή που το περιέβαλλε σταδιακά άρχισε να παίρνει οικιστική μορφή με την οριστική εγκατάσταση των προσφύγων σε συνοικισμούς, όπως η Πρόνοια και το Λεμπέτ (σημερινή Σταυρούπολη).[8]
Το Στρατόπεδο Συγκέντρωσης «Παύλος Μελάς» στην κατοχική Θεσσαλονίκη: ίδρυση, τυπολογία και διοίκηση
Με το ξέσπασμα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το στρατόπεδο Παύλου Μελά έμελλε να αποτελέσει σύμβολο της ναζιστικής τρομοκρατίας στη Μακεδονία και αναπόσπαστο μέρος των στρατοπέδων συγκέντρωσης στην Ευρώπη. Σε εκθέσεις της γερμανικής στρατιωτικής «Διοίκησης Θεσσαλονίκης-Αιγαίου» (Befehlsbereich Saloniki-Ägäis), η αναφορά στους πρώην στρατώνες του Πυροβολικού συνοδεύεται συνήθως από την προσθήκη «Στρατόπεδο Συγκέντρωσης».[9]
Το στρατόπεδο διαφοροποιείται από άλλα στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία και στις κατεχόμενες χώρες γιατί δεν υπαγόταν στην επιθεώρηση των στρατοπέδων συγκέντρωσης ή στην «Κεντρική Υπηρεσία Οικονομίας και Διοίκησης» (Wirtschafts- und Verwaltungshauptamt) των Ες Ες. Επομένως, δεν ανταποκρινόταν στον τυπικό ορισμό ενός στρατοπέδου συγκέντρωσης.[10] Ωστόσο, στην αντίληψη τόσο των αρχών Κατοχής όσο και των ίδιων των κρατουμένων επρόκειτο για στρατόπεδο συγκέντρωσης – κάτι που επιβεβαιώνεται εξάλλου από την ίδια την πραγματικότητα. Στην επίσημη αλληλογραφία των γερμανικών και ελληνικών αρχών χρησιμοποιούταν συνήθως ο χαρακτηρισμός „Konzentrationslager‟ (KZ) – Στρατόπεδο Συγκέντρωσης.
Όπως το στρατόπεδο του Χαϊδαρίου στην Αθήνα, έτσι και το στρατόπεδο του Παύλου Μελά πληρούσε περισσότερο τα κριτήρια ενός «Αστυνομικού Στρατοπέδου Κράτησης» (Polizeihaftlager). Υπαγόταν στη διοίκηση της γερμανικής υπηρεσίας SD (Sicherheitsdienst – Υπηρεσία Ασφάλειας), η φρούρησή του ανατέθηκε σε ελληνικές αστυνομικές δυνάμεις και χρησιμοποιήθηκε τόσο ως φυλακή, όσο και ως στρατόπεδο ομήρων. Και στις δύο περιπτώσεις αποτέλεσε ένα ‘χρήσιμο εργαλείο’ για την καταπολέμηση του αντιστασιακού κινήματος και τον εκφοβισμό του ελληνικού πληθυσμού. Εξάλλου, πολλοί από τους κρατούμενους στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Γερμανία ή υποχρεώθηκαν σε εκτέλεση καταναγκαστικής εργασίας στο Ράιχ.[11]
Με τη στρατιωτική κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τα γερμανικά στρατεύματα στις 9 Απριλίου 1941 ξεκίνησε η Κατοχή στη βόρεια Ελλάδα. Ο βασικός στόχος των αρχών Κατοχής ήταν η διατήρηση της «τάξης και ασφάλειας». Η κλιμάκωση της αντιστασιακής δραστηριότητας επίσπευσε τα σχέδιά τους για την ίδρυση ενός στρατοπέδου, όπου θα φυλακίζονταν οι αντίπαλοι της Νέας Τάξης. Μετά την ανακάλυψη παράνομων φυλλαδίων, με τα οποία οι συντάκτες τους στρέφονταν ενάντια στην ελληνική διοίκηση και στις αρχές Κατοχής, ο «Στρατιωτικός Διοικητής Θεσσαλονίκης-Αιγαίου», στρατηγός Kurt von Krenzki, απέστειλε επιστολή στον «Στρατιωτικό Διοικητή Νοτιοανατολής», στρατάρχη Wilhelm List, στην οποία σημειωνόταν πως:
αναφορικά με τη διογκούμενη κομμουνιστική δραστηριότητα, ο Γενικός Διοικητής [Μακεδονίας] έλαβε την εντολή να συγκροτήσει ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Θεσσαλονίκη […]. Ολόκληρο το στρατόπεδο θα τελεί υπό ελληνική διοίκηση, με τη γερμανική πλευρά να ασκεί πλήρη εποπτεία. Η φύλαξη θα είναι δουλειά της ελληνικής αστυνομίας.[12]
Η γερμανική εντολή για την ίδρυση του στρατοπέδου συγκέντρωσης στη Θεσσαλονίκη επιβεβαιώθηκε άμεσα με τη δημοσίευση του σχετικού νόμου. Στο ΦΕΚ (Φύλλο Εφημερίδας Κυβερνήσεως) της 17ης Νοεμβρίου 1941 υπήρχε διάταξη, η οποία προέβλεπε τη δημιουργία «μιας δεύτερης φυλακής εγκληματιών στη Θεσσαλονίκη και την πλαισίωσή της με προσωπικό». Βάσει του νόμου 2231 «Σχετικά με τις φυλακές» και του διατάγματος «σχετικά με την οργάνωση του απασχολούμενου στο σωφρονιστικό σύστημα προσωπικού και τη διοίκηση των φυλακών» της 28ης Σεπτεμβρίου 1935 συγκροτήθηκε αστυνομικό στρατόπεδο κράτησης «στον πρώην στρατώνα Πυροβολικού Παύλου Μελά υπό την ονομασία Δεύτερη Φυλακή Εγκληματιών Θεσσαλονίκης». Στο προσωπικό ανήκαν ένας διευθυντής, ένας υποδιευθυντής, δύο γραμματείς, ένας λογιστής, ένας ελεγκτής, δύο ανώτεροι αξιωματικοί της Αστυνομίας, δέκα αρχιφύλακες και εξήντα φύλακες.[13]
Τον Σεπτέμβριο του 1941, η περιβόητη διαταγή του στρατάρχη και επικεφαλής της «Ανώτατης Στρατιωτικής Διοίκησης», Wilhelm Keitel, σχετικά με την εκτέλεση 50 έως 100 «κομμουνιστών» σε αντίποινα για κάθε νεκρό Γερμανό στρατιώτη και η επιβολή της θανατικής ποινής ως κατάλληλου μέσου για τον εκφοβισμό του πληθυσμού φωτογράφησαν τον τρόπο, με τον οποίο οι αρχές Κατοχής σκόπευαν να μεταχειριστούν τους κρατούμενους στο στρατόπεδο του Παύλου Μελά. Στις 28 Σεπτεμβρίου ο «Στρατιωτικός Διοικητής Νοτιοανατολής» απέστειλε σε όλους τους διοικητές των στρατιωτικών φρουραρχείων της περιοχής αρμοδιότητάς του την ακόλουθη διαταγή για τη μεταχείριση των κρατουμένων στα γερμανικά στρατόπεδα:
Οι επιθέσεις εναντίον του στρατού, που σημειώθηκαν το τελευταίο διάστημα στα κατεχόμενα εδάφη, δίνουν αφορμή να επισημάνουμε πως οι Στρατιωτικοί Διοικητές θα πρέπει, ως κατάλληλο μέτρο, να διαθέτουν ένα μόνιμο αριθμό ομήρων διαφορετικών πολιτικών κατευθύνσεων, όπως:
α) Εθνικιστές.
β) Δημοκράτες-Αστούς.
γ) Κομμουνιστές.
Μεταξύ των παραπάνω θα πρέπει να περιλαμβάνονται γνωστές ηγετικές προσωπικότητες ή οι συγγενείς τους, ώστε τα ονόματά τους να μπορούν να δημοσιευτούν. Ανάλογα με το που ανήκουν κάθε φορά οι δράστες των επιθέσεων, να εκτελούνται όμηροι από τις αντίστοιχες ομάδες. Παρακαλείται να δοθούν στους Στρατιωτικούς Διοικητές ανάλογες οδηγίες.[14]
Η παραπάνω διαταγή καθόρισε το πλαίσιο λειτουργίας του στρατοπέδου. Μέχρι τα τέλη του 1941 ο Krenzki έλαβε τον απαιτούμενο αριθμό για τις εκτελέσεις των κρατουμένων, οι οποίοι είχαν συλληφθεί στη Θεσσαλονίκη αλλά και σε άλλες περιοχές της γερμανοκρατούμενης Μακεδονίας. Αρχικά, υπήρχαν δύο κατηγορίες ατόμων, που στάλθηκαν στο γερμανικό εκτελεστικό απόσπασμα: κομμουνιστές[15] και Εβραίοι[16]. Μετά από πράξεις δολιοφθοράς στο σιδηροδρομικό δίκτυο Θεσσαλονίκης-Κατερίνης και Θεσσαλονίκης-Γευγελής και τη βομβιστική ενέργεια στο σπίτι του απότακτου αντισυνταγματάρχη του Μηχανικού Γεωργίου Πούλου,[17] ο «Στρατιωτικός Διοικητής Θεσσαλονίκης-Αιγαίου» διέταξε τέσσερις ημέρες αργότερα, στις 27 Δεκεμβρίου 1941, την εκτέλεση δώδεκα κρατουμένων από το στρατόπεδο του Παύλου Μελά για «την τιμωρίαν και ανταπόδοσιν των ανωτέρω πράξεων». Στην πλειοψηφία τους ήταν εβραϊκής καταγωγής.[18]
Αν και το μεγαλύτερο από άποψη χωρητικότητας, το στρατόπεδο του Παύλου Μελά δεν ήταν το μοναδικό στρατόπεδο που προμήθευε με ομήρους τις αρχές Κατοχής. Αντίστοιχα, στις προπολεμικές φυλακές του Επταπυργίου συνεχίστηκε και μετά την έναρξη της γερμανικής Κατοχής ο εγκλεισμός Ελλήνων πολιτών. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1944, οι φυλακές του Επταπυργίου ανέστειλαν τη λειτουργία τους κατόπιν γερμανικής διαταγής. Ενώ οι Έλληνες φύλακες απαλλάχθηκαν των καθηκόντων τους, οι περίπου 210 εναπομείναντες κρατούμενοι μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο του Παύλου Μελά.[19]
Η «ανθρωπογεωγραφία» των κρατουμένων
«Τρόφιμοι» του στρατοπέδου Παύλου Μελά δεν ήταν μόνο όσοι συλλαμβάνονταν να διαπράττουν αντιστασιακές ενέργειες. Ανάμεσά τους ήταν αιχμάλωτοι στρατιώτες από το Τμήμα Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας, καθώς και στρατιώτες του βρετανικού εκστρατευτικού σώματος, που συγκεντρώθηκαν στο Πεδίον του Άρεως, τον πρώτο κράτησης στη Θεσσαλονίκη.[20] Λίγο αργότερα, οι αιχμάλωτοι πολέμου μεταφέρθηκαν στους χώρους του Παύλου Μελά και συγκεκριμένα στις σταβλικές εγκαταστάσεις (Dulag 183). Έτσι, Βρετανοί, Γιουγκοσλάβοι, κυρίως Σέρβοι,[21] και Έλληνες αιχμάλωτοι πολέμου έως ότου οριστικοποιούταν η μεταφορά τους ή όχι στη Γερμανία, υποχρεώθηκαν από το καλοκαίρι του 1941 σε διάφορες εργασίες μέσα και γύρω από την πόλη, σε μία πρώιμη μορφή της εφαρμογής του μέτρου της καταναγκαστικής εργασίας.[22] Ωστόσο, η καθημερινή μετακίνηση εντός κι εκτός στρατοπέδου οδηγούσε σε αποδράσεις, κι ως αποτέλεσμα περιορίστηκε δραστικά η χρησιμοποίηση των αιχμαλώτων στην καταναγκαστική εργασία.[23]
Με στόχο την αποτελεσματική αντιμετώπιση του «κομμουνιστικού κινδύνου», το πρώτο κύμα συλλήψεων καταγράφηκε τον Ιούλιο του 1941, με 278 κατοίκους της Θεσσαλονίκης να μεταφέρονται στο Παύλου Μελά, ως «κομμουνιστές» και «ύποπτοι» για τη διενέργεια δολιοφθορών και παροχής βοήθειας σε Βρετανούς στρατιώτες.[24]
Οι πολυπληθείς συλλήψεις καταγράφονται κυρίως από το 1943. Στις 8 Σεπτεμβρίου 1943 γίνεται αναφορά στην εισαγωγή 300 κρατουμένων από το Κιλκίς. Δυο μήνες αργότερα, τον Νοέμβριο, ακόμα 185 κρατούμενοι έφθασαν στο στρατόπεδο από τα Γιαννιτσά, ως «ύποπτοι». Στις 27 Δεκεμβρίου 1943, 51 συλληφθέντες, ποντιακής καταγωγής, ανάμεσά τους και ανήλικα παιδιά, έφθασαν από το χωριό Μεσιανό των Γιαννιτσών, λόγω ενέδρας σε γερμανικό αυτοκίνητο που οδήγησε στο θάνατο ενός λοχία και δύο στρατιωτών.[25]
Μέχρι τέλη Φεβρουαρίου του 1944 και με την άφιξη 15 νέων κρατουμένων από την Περιστέρα Χαλκιδικής ο συνολικός αριθμός ξεπερνούσε τους 1100.[26] Οι συνεχείς αυξομειώσεις στον αριθμό των κρατουμένων ήταν συνυφασμένες με τις επιχειρήσεις των Γερμανών και τα τεκταινόμενα εκτός του στρατοπέδου, με την κλιμάκωση της αντιστασιακής δράσης στην Θεσσαλονίκη και την επαρχία να έχει άμεσο αντίκτυπο. Σταδιακά, από τον Αύγουστο και έπειτα οι νέες αφίξεις μειώθηκαν, με τον αριθμό των κρατουμένων τον Οκτώβριο να κυμαίνεται περίπου στους 181.[27] Έως τα τέλη του ίδιου μήνα είχαν απελευθερωθεί και οι υπόλοιποι κρατούμενοι.
Στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος «Τόποι κράτησης και μνήμης. Ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης στην Ελλάδα (1941-1944)» που υλοποιήθηκε το 2017 υπό την αιγίδα του ΑΠΘ, με στόχο την περιγραφή τριών τόπων κράτησης στη Θεσσαλονίκη, τη Λάρισα και την Αθήνα, δημιουργήθηκε κατάλογος με τα ονοματεπώνυμα των κρατουμένων του στρατοπέδου Παύλου Μελά την περίοδο της Κατοχής.
Τα ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά που προκύπτουν, αναφορικά, μεταξύ άλλων, με το φύλο, τον τόπο κατοικίας, το επάγγελμα, καταγράφοντας παράλληλα την αιτία της σύλληψης, επιτρέπουν στον αναγνώστη να σχηματίσει μια πιο λεπτομερή εικόνα για το προφίλ των κρατουμένων.
Ο συνολικός αριθμός των κρατουμένων κυμαίνεται περίπου στα 1290 άτομα. Η πλειοψηφία ήταν άντρες, 1097 στον αριθμό, και οι γυναίκες 193. Ωστόσο, η εκτενής έρευνα που ακολούθησε μέσα από το ερευνητικό πρόγραμμα «Στρατόπεδο συγκέντρωσης Παύλου Μελά: Έρευνα, Εκπαίδευση και Μνήμη»[28] έφερε στο φως περίπου ακόμα 800 ονόματα κρατουμένων που μεταφέρθηκαν στο στρατόπεδο την περίοδο της Κατοχής. Ανάμεσά τους καταγράφηκαν περίπου εβδομήντα γυναίκες. Επιπλέον, καταγράφηκε αριθμός Εβραίων, ορισμένοι εκ των οποίων είτε εκτελέστηκαν είτε εκτοπίστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Συνολικά, όπως προκύπτει από τα παραπάνω δεδομένα αναφορικά με το επάγγελμα που ασκούσαν οι κρατούμενοι, στην πλειοψηφία ήταν γεωργοί, εργάτες και χειρώνακτες, όπως ράφτες, τσαγκάρηδες, καροποιοί, ενώ μεταξύ άλλων καταγράφηκαν δικηγόροι, δάσκαλοι, γιατροί, γεωπόνοι, φοιτητές, μαθητές και ιερείς. Ανάμεσά τους, επίσης, εντοπίστηκαν διευθυντές τραπεζών, πρόεδροι κοινοτήτων και βιομήχανοι.
Ο μεγαλύτερος αριθμός των κρατουμένων ήταν κυρίως από τη Θεσσαλονίκη και τα περίχωρά της, όπως Καλοχώρι, Ζαγκλιβέρι, Νέοι Επιβάτες, Επανωμή, Λαγκαδά και Σοχό, και άλλες περιοχές της Μακεδονίας. Έτσι, στο στρατόπεδο συγκεντρώθηκε ένας αριθμός κρατουμένων από την Πιερία, το Κιλκίς, τις Σέρρες, την Πέλλα, κυρίως τα Γιαννιτσά και την Έδεσσα, την Ημαθία, τη Φλώρινα, τη Δράμα, αλλά και την Αλεξανδρούπολη και το Διδυμότειχο. Μεταφορές κρατουμένων καταγράφονται και από την κεντρική και τη νότια Ελλάδα, τον Βόλο, την Πάτρα, τη Λαμία, την Αθήνα, την Πρέβεζα[29] και τα νησιά Κεφαλλονιά, Μυτιλήνη, Χίο και Λήμνο.[30]
Οι συλλήψεις στηρίχθηκαν, μεταξύ άλλων, στην κατηγορία για αντιστασιακή δράση, για κομμουνισμό, για συμμετοχή και προπαγάνδα του ΕΑΜ, «δια εβραϊκά ζητήματα», αλληλογραφία με αντάρτες, κατοχή οπλισμού.[31] Ανάμεσά τους και ένας πατέρας επονιτισσών, όπως αναγράφεται στην αιτία της σύλληψης, δάσκαλος από την Κατερίνη, ο οποίος και εκτελέστηκε λίγους μήνες μετά τη σύλληψή του.[32]
Καθημερινότητα και Επιβίωση
Ειδικότερα την περίοδο 1943-1944 ο αριθμός των κρατουμένων αυξήθηκε σημαντικά, αφού τις απολύσεις ακολουθούσαν σχεδόν πάντα νέες αφίξεις αιχμαλώτων, καθιστώντας και τις συνθήκες διαβίωσης εντός των θαλάμων για τους κρατούμενους ακόμα πιο δύσκολες.
Συνεπώς, η επιβίωση στο στρατόπεδο Παύλου Μελά ήταν πρόκληση και βασικό διακύβευμα της καθημερινότητας. Όπως και σε άλλα γερμανικά στρατόπεδα και χώρους κράτησης, η ανθρώπινη ζωή και σε αυτόν τον περίκλειστο «κόσμο» δεν είχε καμία απολύτως σημασία, ευρισκόμενη στην κατώτερη κλίμακα αξιών, βάσει της ναζιστικής/εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογίας. Έτσι, η επιβίωση και κατ’ επέκταση η διαβίωση ήταν υποφερτή μετά βίας, και συνηθέστερα δυνατή χάριν στα δίκτυα αλληλεγγύης που είχαν δημιουργηθεί στην πόλη για να στηρίζουν τους κρατούμενους που, όπως φάνηκε προηγουμένως, κατέφταναν από κάθε περιοχή της Ελλάδας και όχι μόνο. Αναφορικά, λοιπόν, με τους κινδύνους που αντιμετώπιζαν οι έγκλειστοι, αφενός σχετίζονταν με τις εξελίξεις στα πολεμικά μέτωπα και αναπόφευκτα με την εσωτερική κατάσταση στην Ελλάδα· αφετέρου, οι εσωτερικές συνθήκες, οι ελλείψεις, οι ασθένειες και η κατάσταση των ίδιων των εγκαταστάσεων, δυσχέραιναν σημαντικά την καθημερινότητα, καθιστώντας τη ζωή εν εγκλεισμώ βασανιστική, τόσο σωματικά όσο και ψυχολογικά.
Σπάνιο αρχειακό υλικό παρέχει πληροφορίες για το ημερήσιο πρόγραμμα που ακολουθούσαν οι κρατούμενοι. Το πρωινό εγερτήριο, ακολουθούσε η καταμέτρηση, το πρωινό γεύμα, ο προαυλισμός και πάλι από την αρχή, σε έναν συνεχή, απαράλλακτο, επαναλαμβανόμενο και ανούσιο κύκλο καθημερινά. Πιο αναλυτικά, χάρη σε έκθεση του Έλληνα διοικητή του στρατοπέδου, Γεράσιμου Γλάστρα, είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε το καθημερινό πρόγραμμα των κρατουμένων. Σε ημερήσια διαταγή του, της 2ας Απριλίου 1943, ο Γλάστρας ανακοίνωσε το καθημερινό πρόγραμμα, το οποίο θα ίσχυε από την 1η Απριλίου:
- Πρωί: 6:15 π.μ. – Εγερτήριο
- 6:45 π.μ. – Αναφορά των φρουρών από τον ανώτερο υπαξιωματικό
- 7:00 π.μ. – Καταμέτρηση των κρατουμένων
- 7:15 π.μ. – Αναφορά των φρουρών στον ανώτερο υπαξιωματικό
- 7:30 π.μ. – Γενική καθαριότητα των κρατουμένων
- 8:45 π.μ. – Πρωινό
- 9:00 π.μ. – Κλείδωμα των κελιών
- 10:00–11:00 π.μ. – Βόλτα (περίπατος) των κρατουμένων ανά ομάδες
- 11:30 π.μ. – Μεσημεριανό
- 12:00 – Καταμέτρηση κρατουμένων, αναφορά στον ανώτερο υπαξιωματικό
- Απόγευμα: 14:30 – Αναφορά των φρουρών από τον ανώτερο υπαξιωματικό
- 15:00–15:30 – Άνοιγμα των κελιών
- 15:30–16:30 – Περίπατος των κρατουμένων ανά ομάδες
- 17:00–17:15 – Δεύτερη καταμέτρηση
- 18:15 – Κλείσιμο κελιών, αναφορά στον ανώτερο υπαξιωματικό [33]
Πολύτιμη πηγή για τις συνθήκες που επικρατούσαν στο στρατόπεδο αποτελούν οι ημερολογιακές καταγραφές του Λεωνίδα Γιασημακόπουλου, που κρατήθηκε στο στρατόπεδο από τις 11 Μαΐου 1943 έως τις 19 Οκτωβρίου 1944, με την κατηγορία του οργανωτή του ΕΑΜ.[34] Στο ημερολόγιο, που αποτελούταν από 53 σημειωματάρια τα οποία δόθηκαν από τον ίδιο τον Γιασημακόπουλο σε μέλη της οικογένειάς του κατά τη διάρκεια του επισκεπτηρίου, καταγράφονταν οι σκέψεις, τα συναισθήματα και η καθημερινότητα μέσα στο στρατόπεδο. Με άλλα λόγια, το ημερολόγιο, χάριν της μοναδικότητάς του αναφορικά με τον συγχρονισμό βιώματος και καταγραφής, αποκτά και δίνει τη δυνατότητα στον αναγνώστη να παρακολουθήσει στενά όσα εκτυλίσσονταν εντός του στρατοπέδου, όπως, μεταξύ άλλων, το ημερήσιο πρόγραμμα, το συσσίτιο, τις ανακρίσεις, τις συνθήκες κράτησης και διαβίωσης, τις εκτελέσεις των κρατουμένων από τις γερμανικές Αρχές.
Από την πρώτη ημέρα της κράτησής του ο Γιασημακόπουλος συνοψίζει μέσα σε λίγες γραμμές πως θα διαμορφωνόταν η ζωή του μέσα στους επόμενους μήνες:
Φρικτήν και απελπιστικήν εντύπωσιν με έκαμεν η είσοδός μου εις το κτίριον του στρατοπέδου, το θορυβώδες άνοιγμα των σιδηρών θυρών του κτιρίου, η απελπιστική δυσοσμία των αποχωρητηρίων, το κατάμεστον του θαλάμου όπου μας ενέκλεισαν, η αποκρουστική απόπνοια των χνώτων, εβάρυναν σαν μία μαρμάρινη πλάκα στα στήθη μου.[35]
Η μαρτυρία του Διονυσίου Χαραλάμπους, ηγούμενου της Ιεράς Μονής Λειμώνος στη Μυτιλήνη που κατηγορήθηκε για απόκρυψη Βρετανού στρατιώτη και βρέθηκε κρατούμενος, είναι εμφατική της κατάστασης των χώρων του στρατοπέδου: «[…] Σε λίγο μας καταπίνει με βουλιμία- πελώριο στόμα ανθρωποφάγου θηρίου- μια συρματοπλεγμένη πορτάρα. […]. Ασκούπιστος, απελπιστικά βρώμικος… Εδώ μέσα κάθονταν οι ψωραλέοι. Ξεκινούμε αμέσως την καθαριότητα».[36]
Αναφορικά με τις εγκαταστάσεις, αυτές μετατράπηκαν άναρχα και χωρίς σχετική πρόβλεψη σε θαλάμους κράτησης και κελιά, όπως και οι αποθήκες που στερούνταν υποδομών υγιεινής, με τα αποχωρητήρια να είναι ελάχιστα, τις όποιες υδραυλικές εγκαταστάσεις και την αποχέτευση χωρίς συντήρηση. Συχνά, λοιπόν, οι τουαλέτες είχαν βλάβες ή υπερχείλιζαν με αποτέλεσμα μία μόνιμη δυσοσμία. Εξάλλου, η παροχή νερού δεν ήταν αυτονόητη, καθώς δεν υπήρχε κεντρικό σύστημα για πόσιμο νερό και οι κρατούμενοι το μετέφεραν με κουβάδες και όποιο άλλο μέσο είχαν στη διάθεσή τους από βρύσες στον προαύλιο χώρο. Το γεγονός αυτό, βέβαια, επηρέαζε και την καθαριότητα των χώρων, των κλινοστρωμάτων και των ρούχων αλλά και των ίδιων των κρατουμένων.[37]
Η έλλειψη καθαριότητας και υγιεινής δεν ήταν χαρακτηριστικό μόνο των κοινόχρηστων χώρων. Οι ίδιοι οι θάλαμοι-κελιά έπασχαν από την έλλειψη εξαερισμού και σχολαστικής καθαριότητας, κάτι που εξαρτιόταν αποκλειστικά και μόνο από τους ίδιους τους τρόφιμους, ο αριθμός των οποίων μεταβαλλόταν διαρκώς. Η μόνιμη παρουσία υγρασίας, τόσο το χειμώνα μαζί με την έλλειψη φυσικού φωτός όσο και το καλοκαίρι δημιουργούσε φρικτό κρύο και αποπνικτική ζέστη, αντίστοιχα.[38] Ο διαρκής συγχρωτισμός τόσων ατόμων σε αυτήν την κατάσταση για πολλές ώρες την ημέρα, αναπόδραστα οδηγούσε σε δυσώδεις συνθήκες. Τα σημεία αυτά ήταν ευνοϊκά για την ανάπτυξη μικροβίων, εστιών μόλυνσης, δερματικών παθήσεων και, φυσικά, για ψείρες, που χαρακτηρίζονται από τους κρατούμενους ως εφιάλτης. Στην ανάπτυξη ασθενειών οδηγούσε, βέβαια, και ο υποσιτισμός, όπως θα φανεί στη συνέχεια.
Σημαντική είναι, επίσης, στη γνώση για τις επικρατούσες συνθήκες, η συμβολή των προφορικών μαρτυριών. Μέσω αυτών επιβεβαιώνεται ότι η σίτιση στερούταν βασικών θρεπτικών συστατικών. Ένα παράδειγμα αυτού του είδους είναι η αφήγηση του Θεόδωρου Βαλαχά, ο οποίος ως παιδί βίωσε τον εγκλεισμό στο στρατόπεδο:
Κάθισα σε μια άκρη, μόλις πάω, να φάω το φαγητό, μια μπουκιά έβαζα στο στόμα μου, μπαπ το ‘βγαλα. Αυτό τι ήτανε; Ήτανε η περιβόητη, όπως έμαθα απ’ τους κρατούμενους μετά, μαμουνόσουπα. Ήταν μπιζέλια ξερά, τα είχανε απ’ το 1932 που λένε, και τα ‘φέρναν εκεί πέρα, τα κάναν φαγητό κι αυτά είχαν μέσα μαμούνια. Και γινότανε μαμουνόσουπα αυτό. Για αυτό το λέγανε οι κρατούμενοι μαμουνόσουπα και για αυτό δεν έπαιρνε κανένας σχεδόν. Αυτή ήταν η πρώτη εντύπωση απ΄ τη φυλακή.[39]
Παρομοίως, ο Γιασημακόπουλος αφιερώνει αρκετό χώρο στις καταγραφές του για το φαγητό εντός του στρατοπέδου. Σημειώνει τα γεύματα που τρώει – πρωί, μεσημέρι και βράδυ – και αναφέρει ποιοι του φέρνουν φαγητό ή ποιοι τον επισκέπτονται. Η διανομή του συσσιτίου γινόταν στην αυλή, με μεταλλικά δοχεία. Το φαγητό ήταν κυρίως λαχανικά και όσπρια, αλλά κακής ποιότητας και χωρίς ιδιαίτερη φροντίδα – για παράδειγμα, σπανάκι γεμάτο χώμα ή όσπρια με σκουλήκια, συχνά χωρίς λάδι και σπάνια με λίγο κρέας. Πολλές φορές οι επισκέπτες των κρατουμένων έφερναν τρόφιμα και βοηθούσαν έτσι να βελτιωθεί η διατροφή τους. Όσοι είχαν συγγενείς ή γνωστούς που τους επισκέπτονταν συχνά, μπορούσαν να τρώνε καλύτερα από τους υπόλοιπους. Ωστόσο, υπήρχαν και μέρες που οι επισκέψεις απαγορεύονταν, οπότε δεν μπορούσαν να λάβουν εξωτερική βοήθεια.[40]
Ιδιαίτερα για όσους κρατούμενους κατάγονταν από μέρη εκτός της ευρύτερης περιοχής της Θεσσαλονίκης και δεν είχαν τη δυνατότητα επισκεπτηρίου συγγενών, ακόμη και τα απολύτως βασικά είδη ήταν σπάνια. Σύμφωνα με τον ιερέα Χαραλάμπους: «Ή τράπεζα κοινή. Όσα φαγητά καί φρούτα μάς φέρνουν οι δικοί μας άπ’ έξω, μπαίνουν όλα μαζί. Και έτσι όλοι, κι’ αύτοί πού έχουν κι’ αυτοί πού δέν έχουν, τρώνε».[41] Πιθανότατα για αυτούς τους λόγους, ο πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης με διάβημά του προς την Αυτόνομη Υπηρεσία Επισιτισμού Μακεδονίας έκανε έκκληση σχετικά με την παροχή υφασμάτων για τον ρουχισμό των κρατουμένων του στρατοπέδου Παύλου Μελά και την ανάγκη για «1000 υποκάμισα, 1000 εσώβρακα και 500 στολές εξωτερικού».[42] Αξίζει να σημειωθεί ότι η αλληλογραφία του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού είναι αποκαλυπτική στο επίπεδο που οι θεωρούμενοι «πολιτικοί» κρατούμενοι (πιθανόν όσοι είχαν κατηγορίες κομμουνισμού ή Αντίστασης) δικαιούνταν μεγαλύτερη μερίδα άρτου από τους κρατούμενους του κοινού ποινικού δικαίου.[43]
Προσπάθειες για βελτίωση της σίτισης κατέβαλλε ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός, μέσω του ελληνικού παραρτήματος.[44] Φαίνεται ότι η δράση του σε συνδυασμό με δίκτυα αλληλεγγύης της ευρύτερης περιοχής του στρατοπέδου, συνέβαλλε στη βελτίωση της διατροφής. Ωστόσο, ο διευθυντής Γλάστρας φρόντιζε να αποκρύπτει τις πραγματικές ανάγκες του στρατοπέδου: «Για να τάχη καλά με τους πατρωνάς του Γερμανούς […] παρουσίασε την ζωήν μας εδώ άνετον και χωρίς ανάγκας».[45] Τον Απρίλιο του 1944, ωστόσο, η «Επιτροπή διαχειρίσεως βοηθημάτων εν Ελλάδι υπό την αιγίδα του Διεθνούς Κομιτάτου του Ερυθρού Σταυρού» έθεσε ερωτήματα σχετικά με την οικονομική κατάσταση των κρατουμένων, προκειμένου, πιθανόν, να προσαρμόσει ανάλογα τις διανομές τροφίμων. Ο Γλάστρας απάντησε ότι ήταν αδύνατο να διασαφηνιστεί κάτι τέτοιο, καθώς οι κρατούμενοι προέρχονταν από όλη την Ελλάδα και δεν ήταν δυνατό να διαθέτει πληροφορίες για την οικονομική τους κατάσταση.[46] Πάντως, τον ίδιο μήνα, στους κρατούμενους διατέθηκαν 60 δράμια άρτου (περίπου 180 γραμμάρια) και μόνο κατόπιν επίδειξης του σχετικού δελτίου.[47] Εντούτοις, το προσωπικό και οι φύλακες του στρατοπέδου, συνολικά 25 άτομα, δικαιούνταν υπεραυξημένη μερίδα άρτου.[48] Η πρακτική της στέρησης ικανοποιητικής ποσότητας και ποιότητας τροφής ενδεχομένως να ήταν στοχευμένη, καθώς οι αδύναμοι κρατούμενοι δεν αποτελούσαν απειλή και επιπλέον στερούνταν της πιθανής δυνατότητας σχεδιασμού αποδράσεων. Συνεπώς, και ο υποσιτισμός αποτελούσε μέσο ελέγχου και πειθαρχίας, βασικών δηλαδή επιδιώξεων των κατακτητών.
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η έλλειψη επαρκούς διατροφής και συνθηκών υγιεινής οδηγούσε συχνά σε ασθένειες. Ωστόσο, η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ήταν, σχεδόν, ανύπαρκτη, παρά το υποτυπώδες αναρρωτήριο του στρατοπέδου, στο οποίο κατά κανόνα υπηρετούσε κάποιος κρατούμενος-γιατρός με βοηθούς άλλους κρατούμενους, όπως ο Γιασημακόπουλος που συχνά κάνει λόγο για την παντελή έλλειψη ακόμη και ιωδίου και οινοπνεύματος. Οι πάσχοντες από χρόνιες ασθένειες κρατούμενοι ήταν σε δυσμενέστατη θέση. Σε αυτήν την κατηγορία ανήκε και μια συγκεκριμένη ομάδα έγκλειστων με φυματίωση, οι περιπέτειες των οποίων είχαν αρχίσει ήδη από την περίοδο της μεταξικής δικτατορίας, ως εξόριστων για τα κομμουνιστικά τους φρονήματα. Πιο συγκεκριμένα, 22 κομμουνιστές φυματικοί, εξόριστοι από τα νησιά Ακροναυπλία, Ανάφη και Φολέγανδρο, βρίσκονταν έγκλειστοι στο σανατόριο της Πέτρας Ολύμπου, όταν οι γερμανικές Αρχές διέταξαν τη μεταφορά τους στο στρατόπεδο Παύλου Μελά στα τέλη του 1942.[49]
Οι φυματικοί κρατούμενοι σε αίτησή τους προς τις γερμανικές Αρχές στη Θεσσαλονίκη έκαναν λόγο για την τραγική από κάθε άποψη κατάσταση της υγείας τους, ενώ μετά από σύντομο χρονικό διάστημα από τη μεταφορά τους δύο άτομα έχασαν τη ζωή τους: «Αιμοπτύσεις, αιματηρά πτύελα, καθημερινός πυρετός είναι τα επακόλουθα της ανεπαρκούς ιατροφαρμακευτικής περιθάλψεως και ανεπαρκούς τροφής διά φυματικούς».[50] Το υπόμνημα των συγγενών τους που είχε προηγηθεί δεν κατάφερε να βελτιώσει τις συνθήκες, μολονότι σημειωνόταν χαρακτηριστικά: «Αι συνθήκαι διαβιώσεως εις το Στρατόπεδον αυτό είναι φρικώδεις ακόμα και δια τους υγιείς αφού η νοσηρότις και η θνησιμότης είναι τρομακτικαί».[51]
Η έκρηξη του ένοπλου αντιστασιακού κινήματος από την άνοιξη του 1943 κι έπειτα σε συνδυασμό με τις αρνητικές για τον Άξονα εξελίξεις στα μέτωπα του πολέμου, ενέτειναν τη σκληρότητα των κατακτητών. Έλληνες και Γερμανοί φύλακες αναλάμβαναν πρωταγωνιστικούς ρόλους στο επαναλαμβανόμενο δράμα των αναίτιων ξυλοδαρμών:
Οι φύλακες επιστατούσαν με ραβδιά στο χέρι, φοβερίζοντας και χτυπώντας αυτούς που αργούσαν. Πάνω που πήγαν να φορτώσουν, ξεφεύγει το σακκί απ’ τ’ αδύνατα χέρια και πέφτει. Εκεί κοντά ήταν κι ο Διευθυντής. Με μια ραβδιά κρεμάζει το χέρι του δυστυχισμένου, που έπεσε σπαρταρώντας και ουρλιάζοντας απ’ τον πόνο.[52]
Υπέρμετρη βία ασκούταν και στις περιπτώσεις αποδράσεων από το στρατόπεδο ή ακόμη και στην απόπειρά τους. Σύμφωνα με τις πηγές, η πολυπληθέστερη απόδραση έλαβε χώρα αρκετά νωρίς, τον Ιούλιο του 1941 με τη βοήθεια του δικτύου Βαμβέτσου-Κυριακόπουλου, περιλαμβάνοντας 38 κρατούμενους. Συνολικά, πιθανολογείται ότι περισσότερα από 400 άτομα δραπέτευσαν υπό την εποπτεία του δικτύου, με απώτερο σκοπό τη φυγάδευση στη Μέση Ανατολή. Το δίκτυο αποκαλύφθηκε και ο Βαμβέτσος εκτελέστηκε στις 22 Οκτωβρίου 1941.[53] Μεμονωμένες αποδράσεις, όπως αυτή του Νικόλαου Βοσνακίδη τον Δεκέμβριο του 1943, προκάλεσαν την αντικατάσταση ορισμένων από τους Γερμανούς ιθύνοντες στο Παύλου Μελά. Σύμφωνα με τον Γιασημακόπουλο: «Εξ αιτίας του Βοσνακίδου, ο οποίος εδραπέτευσε, τώρα θα υποφέρει ολόκληρον το στρατόπεδον».[54]
Τα γερμανικά μέτρα αντιποίνων για δολιοφθορές και αντιστασιακές ενέργειες δεν άφηναν, όπως ήταν αναμενόμενο, ανεπηρέαστη τη ζωή στο στρατόπεδο. Οι εκτελέσεις στο στρατόπεδο, τόσο όσες πραγματοποιούνταν εκτός του χώρου[55] αλλά επέβαλλαν την πρότερη προετοιμασία των μελλοθανάτων όσο πολύ περισσότερο όσες πραγματοποιούνταν στην γνωστή «τούμπα»[56] απέναντι από το στρατόπεδο, επιδρούσαν βασανιστικά στην ψυχολογία των κρατουμένων, ενώ δεν ήταν σπάνιο να περιλαμβάνουν κρατουμένους και από τους άλλους χώρους κράτησης της πόλης.[57] Σε κάθε περίπτωση, οι κρατούμενοι ζούσαν καθημερινά υπό τον φόβο της επικείμενης εκτέλεσής τους. Συνηθέστερα, υπήρχαν κακοί οιωνοί, που εν είδη προοικονομίας, προετοίμαζαν το στρατόπεδο για την έλευση των εκτελεστικών αποσπασμάτων, με τον Γιασημακόπουλο να σημειώνει: «Εις τον τόπον εκτελέσεων εθεάθησαν εργάται της Δημαρχίας σκάπτοντες και ανοίγοντες λάκκους. Σχηματίσθη η άποψις ότι θα λάβη χώραν θανατική εκτέλεσις».[58]
Οι αναφορές του Γιασημακόπουλου στο τελετουργικό και τη μεταφορά των κρατουμένων στο εκτελεστικό απόσπασμα είναι συχνές και χαρακτηρίζονται από έντονο συναισθηματισμό. Οι μελλοθάνατοι κρατούμενοι απομονώνονταν σε ξεχωριστούς θαλάμους από το προηγούμενο βράδυ ή σε αρκετές περιπτώσεις για την αποφυγή τυχόν αναστάτωσης στο άκουσμα του ονόματός τους, παραπληροφορούνταν ότι θα μεταφερθούν στη Γερμανία ή ακόμα και ότι πρόκειται να απολυθούν.[59] Αρχικά, καταγράφονται μεμονωμένες και ολιγομελείς εκτελέσεις κρατουμένων, ενώ οι πολυπληθείς εκτελέσεις, ως αντίποινα για τις δολιοφθορές και τις αντιστασιακές ενέργειες, καταγράφονται από το καλοκαίρι του 1943 και το 1944. Στις 7 Φεβρουαρίου 1943 εκτελέστηκαν 31 άτομα. Ακολούθως, στις 1 Μαρτίου εκτελέστηκαν 46 άτομα, οι 38 από τους οποίους ήταν κρατούμενοι στο στρατόπεδο. Στις 2 Ιουλίου εκτελέστηκαν 49 κρατούμενοι, οι 32 εκ των οποίων κρατούνταν στο στρατόπεδο. Η εκτέλεσή τους πραγματοποιήθηκε στα Σφαγεία.[60] Στις 13 Ιανουαρίου 1944 εκτελέστηκαν 45 άτομα, οι 40 από το στρατόπεδο και οι 5 από τις φυλακές Επταπυργίου, σε αντίποινα για τον φόνο ενός Γερμανού αξιωματικού στην περιοχή της Αριδαίας. Όπως σημειώνει ο Γιασημακόπουλος: «Όπως πληροφορηθήκαμε από ανθρώπους της φυλακής παρακολουθήσαντας την φρικτήν σκηνήν της συγκεντρώσεως των μελλοθανάτων προ της κλούβας, όλα τα θύματα του βαρβάρου κατακτητού έδειξαν θάρρος και γενναιοψυχίαν απαράμιλλον».[61] Ακολούθησαν οι πολυπληθείς εκτελέσεις των 60 κρατουμένων κοντά στο Δερβένι στις 3 Μαρτίου, και των 98 κρατουμένων στα Διαβατά στις 6 Ιουνίου 1944.[62]
Μάλιστα, με αφορμή τις ομαδικές εκτελέσεις που είχαν πραγματοποιηθεί οι συγγενείς των κρατουμένων στα διάφορα στρατόπεδα και τους χώρους κράτησης διαμαρτυρήθηκαν μέσω υπομνήματος:
Είμεθα οι γονείς, αι γυναίκες, αι αδελφαί των κρατουμένων στα διάφορα στρατόπεδα και τας φυλακάς […]. Κάθε ημέρα μας φθάνουν ειδήσεις ομαδικών εκτελέσεων των κρατουμένων […] αι Αρχαί Κατοχής εισέρχονται κάθε τόσον εις τα Στρατόπεδα και φυλακάς των πολιτικών κρατουμένων ως εις μάνδραν προβάτων προς σφαγήν, διαλέγουν τυχαία και με ευκολία τα θύματά των και ανοικτειρμόνως τα εκτελούν.[63]
Τα θύματα, που στην πλειοψηφία τους ήταν άνδρες και σε πολύ μικρότερο ποσοστό γυναίκες, ήταν κυρίως εργάτες, γεωργοί, μικροεπαγγελματίες, δάσκαλοι, δικηγόροι, φοιτητές, ηλικίας μεταξύ 20-40 ετών.[64] Βέβαια, στα θύματα από τον πληθυσμό του στρατοπέδου εκτός από τις εκτελέσεις, θα πρέπει να συνυπολογιστούν και οι κρατούμενοι που απεβίωσαν λόγω των κακουχιών και του υποσιτισμού.
Μετά το τέλος της Κατοχής, ο Γλάστρας ανέφερε σε κατάθεσή του προς τις ελληνικές αστυνομικές αρχές εννέα περιπτώσεις, κατά τις οποίες εκτελέστηκαν μαζικά κρατούμενοι του στρατοπέδου από το 1942 έως το 1944. Σύμφωνα με την κατάθεσή του εκτελέστηκαν συνολικά 440 κρατούμενοι στο Κόκκινο Σπίτι, στη Μίκρα, στα Βυρσοδεψία, στα Διαβατά, στη Γουμένισσα του Κιλκίς και στη Γέφυρα. Ως υπεύθυνους για τις εκτελέσεις του έτους 1944, οι περισσότερες εκ των οποίων πραγματοποιήθηκαν από την «Υπηρεσία Ασφάλειας» (SD), κατονόμασε ο Γλάστρας τον υπαξιωματικό των SS Alfred Grün, το στέλεχος της ίδιας υπηρεσίας Toni Kramer και τον υπαξιωματικό της «Μυστικής Στρατιωτικής Αστυνομίας 621» (Geheime Feldpolizei 621 – GFP 621) Rudi Albert.[65] Τα ίδια ονόματα ανέφερε στην κατάθεσή του το 1946 και ο Θεμιστοκλής Αρνόπουλος, ο οποίος είχε υπηρετήσει ως υπαξιωματικός της Αστυνομίας στη δύναμη φύλαξης του στρατοπέδου.[66]
Τις εκτελέσεις ακολουθούσε θρήνος και πένθος: «Ο θάλαμός μας απόψε πενθεί. Εμαζεύθησαν, όμως, άλλοι και με διαφόρους ομιλίας και αφηγήσεις προσπαθούν να χρωματίσουν λιγάκι την δυσθυμίαν για να απομακρυνθή ο πόνος που δοκιμάσαμε».[67] Είναι αναμφισβήτητο ότι κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού, κάθε κρατούμενος βίωνε με μοναδικό και ξεχωριστό τρόπο την εμπειρία του. Υπό αυτές τις συνθήκες και στο μέτρο του δυνατού υπό διαρκή φόβο, όπως αποδεικνύεται και από τις μεταπολεμικές μαρτυρίες, αναπτύσσονταν φιλίες, συνήθειες και πρακτικές που σκοπό είχαν να λειάνουν τις οξείες γωνίες της σκληρής πραγματικότητας του πολέμου και των στρατοπεδικών τειχών του περίκλειστου αυτού κόσμου. Αυτό επιβεβαιώνεται από την προσπάθεια δύο ποινικών κρατουμένων να κατασκευάσουν ένα τζουρά (μουσικό όργανο). Παρά τον τιτάνιο χαρακτήρα του εγχειρήματος, τα κατάφεραν, ωστόσο, στην πρώτη δοκιμή του οργάνου, ένας Έλληνας φύλακας, το κατάσχεσε, προς πλήρη απογοήτευση των δύο συγκρατουμένων.[68] Η προσευχή και η επιτέλεση θρησκευτικών τελετών με τον εκκλησιασμό και τον εορτασμό μεγάλων θρησκευτικών εορτών, αποτελούσαν, επίσης, μέσο ανακούφισης για τους πιστούς μέσα στο δυναμικό του στρατοπέδου.[69]
Στην προσπάθεια να αναζητήσει κανείς ορισμένες στιγμές ανάλαφρες ή ξεγνοιασιάς, αν θα μπορούσαν να ιδωθούν ως τέτοιες, έρχεται αντιμέτωπος με τους ποδοσφαιρικούς αγώνες που διεξάγονταν στο στρατόπεδο. Κάποιες πληροφορίες κάνουν λόγο για ποδοσφαιρικούς αγώνες ήδη από το 1942 και δημοσιεύματα επιβεβαιώνουν την πραγματοποίησή τους στα τέλη καλοκαιριού 1944, λίγο πριν την Απελευθέρωση.[70] Περισσότερα στοιχεία για τις ομάδες και τη διοργάνωση των αγώνων παρουσιάζει ο Σπύρος Λαζαρίδης. Σύμφωνα με την έρευνά του υπήρχαν ομάδες Γιουγκοσλάβων, Ιταλών και Ελλήνων κρατούμενων στην οποία συμμετείχαν και περίοικοι. Η ομάδα των Γερμανών δεν είχε επιτυχίες με εκείνη των Ιταλών να συγκεντρώνει τις περισσότερες νίκες στις αναμετρήσεις.[71]
Εκτός από τις ποικιλώνυμες στερήσεις, την πείνα, το αρνητικό ψυχολογικό φορτίο και τις εκτελέσεις, με κάποια ευχάριστα διαλείμματα όπως αναφέρθηκε, την ζοφερή καθημερινότητα των αιχμαλώτων χαρακτήριζαν και οι αγγαρείες και η καταναγκαστική εργασία. Όπως είναι γνωστό, η ναζιστική οικονομία αντιμετώπιζε ελλείψεις εργατικού δυναμικού, ήδη πριν από την έναρξη του πολέμου, πρόβλημα που διογκώθηκε αμέσως μετά, δεδομένου ότι η ανάγκη για πολεμικούς εξοπλισμούς και στρατιωτικά υλικά αυξήθηκε κατακόρυφα. Μελετώντας την ευρωπαϊκή διάσταση του θέματος, αντιλαμβάνεται κανείς ότι η ελληνική περίπτωση δεν αποτελεί εξαίρεση και επιβεβαιώνει τον κανόνα της πλήρους εκμετάλλευσης της εργασίας του κατεχόμενου πληθυσμού από τους Γερμανούς κατακτητές, λαμβάνοντας υπόψη, ωστόσο, τις τοπικές ιδιαιτερότητες.
Οι λεγόμενες αγγαρείες εντός του στρατοπέδου είναι γεγονός για όλους ανεξαιρέτως που υποχρεώνονται στο πλαίσιο της κράτησής τους να φέρουν εις πέρας διάφορες εργασίες παντός είδους. Στα μαγειρεία, στις αποθήκες, στην καθαριότητα υπάρχουν διάφορα πόστα που τοποθετούνται κρατούμενοι. Αυτό αφορούσε και τους Γιουσκοσλάβους κρατούμενους: από τις πρώτες εργασίες που τους επιβλήθηκαν ήταν η τακτοποίηση και ο καθαρισμός των θαλάμων τους, διάφορες επισκευές εντός του στρατοπέδου, εργασίες που προέκυπταν και ανταποκρίνονταν στα επαγγέλματά τους (π.χ. ξυλουργός, οικοδόμος, σιδεράς, ράφτης). Εκτός, όμως, από τις εργασίες μέσα στο στρατόπεδο, οι Γιουγκοσλάβοι μεταφέρονταν καθημερινά όπου υπήρχε ανάγκη για εργασία: σε φορτοεκφορτώσεις στο λιμάνι, σε διάφορες αποθήκες ποικίλων ειδών και στο σιδηροδρομικό σταθμό, σε κατασκευές στο αεροδρόμιο και σε άλλα κτίρια. Χαρακτηριστικά στη μνήμη τους αποτυπώθηκε η καταστροφή του εβραϊκού νεκροταφείου της πόλης, μετά την εκσκαφή του οποίου, υποχρεώθηκαν να καθαρίσουν, να μεταφέρουν μαρμάρινες πλάκες, να στρώσουν με χαλίκι τους διαδρόμους, ερχόμενοι αντιμέτωποι με τα εκτεθειμένα και σκορπισμένα οστά των νεκρών.[72]
Η μεταφορά κρατουμένων σε διάφορα σημεία της πόλης για καταναγκαστική εργασία ήταν συχνή, σχεδόν καθημερινή, πρακτική. Ενδεικτική είναι η μαρτυρία του Γεωργίου Σάββα ο οποίος γεννήθηκε και κατοικούσε στο Καναλλάκι Πρέβεζας έως τη σύλληψή τον Αύγουστο του 1943. Δύο ομάδες των διακοσίων περίπου ατόμων η καθεμία έφτασαν στο Παύλου Μελά και η πρώτη στην οποία ανήκε ο πατέρας του, ξεκίνησε αμέσως να εργάζεται: «την ημέρα πααίναν για δουλεία, το βράδυ γυρνούσανε». Ο Σάββας τοποθετήθηκε σε μία ομάδα νεαρών 17 έως 25 ετών, η οποία στα μέσα Σεπτεμβρίου ή Οκτωβρίου οδηγήθηκε στην αρμόδια υπηρεσία μεταφοράς εργατών στη Γερμανία. Για καλή τους τύχη θεωρήθηκαν ακατάλληλοι και τοποθετήθηκαν σε άλλο τόπο κράτησης, πιθανότατα στο 22ο δημοτικό σχολείο Αγίας Σοφίας, από όπου οδηγούνταν καθημερινά σε άλλες εργασίες: «εξαναγκαστική εργασία, κύριε σημαίνει ή νηστικός είσαι, ή κουρασμένος, ή βρεγμένος, δεν τον ενδιαφέρει τον Γερμανό, ο Γερμανός το πολύ-πολύ θα μας φυτέψει μία σφαίρα στο κεφάλι»,[73] επισημαίνει ο ίδιος συνοψίζοντας το νόημα της εμπειρίας του.
Εκτός από τη βία των κατακτητών και την επικινδυνότητα των ίδιων των εργασιών, οι κρατούμενοι-εργάτες κινδύνευαν επιπλέον και από τους συμμαχικούς βομβαρδισμούς. Ο απολογισμός μίας τέτοιας επίθεσης την 5η Οκτωβρίου 1943 στο αεροδρόμιο στο Σέδες, ήταν αρκετοί νεκροί και τραυματίες, οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν αιχμάλωτοι που μεταφέρονταν εκεί για καταναγκαστική εργασία.[74]
Το στρατόπεδο Παύλου Μελά λειτουργούσε κι ως διαμετακομιστικός κόμβος για μεταφορά συλληφθέντων σε άλλα στρατόπεδα είτε στην Ελλάδα είτε σε γερμανικά εδάφη. Μερικά εξ αυτών ήταν εκείνα του Δομοκού στο νομό Φθιώτιδας και της Ασπροβάλτας, παραθαλάσσια περιοχή 70 χιλιόμετρα από τη Θεσσαλονίκη. Στην πρώτη περίπτωση, δημιουργήθηκε στρατόπεδο εργασίας στο ορυχείο χρωμίου. Στη δεύτερη περίπτωση της Ασπροβάλτας, λόγω της εγγύτητας με τη Θεσσαλονίκη αλλά και της σιδηροδρομικής σύνδεσης, κρατούμενοι του Παύλου Μελά μεταφέρονταν μαζικά προκειμένου να εργάζονται, υπό άθλιες συνθήκες, στην κατασκευή οχυρώσεων, πολυβολείων, πυροβολείων, στην τοποθέτηση ναρκών και σίδερων στην άμμο για να αποτρέπεται η απόβαση από την θάλασσα και για τη διάνοιξη αντιαρματικής τάφρου από τα υψώματα του οικισμού έως το παραλιακό μέτωπο, ενόψει του φόβου συμμαχικής απόβασης.[75]
Η μεταγωγή κρατουμένων στα στρατόπεδα του Γ’ Ράιχ αποτελεί ένα ξεχωριστό κεφάλαιο της ιστορίας του στρατοπέδου Παύλου Μελά. Αρκετές φορές στο ημερολόγιο του Γιασημακόπουλου η μεταφορά στη Γερμανία μοιάζει ακόμη χειρότερη και από την εκτέλεση, δεδομένου ότι έτσι χάνονταν τελείως τα ίχνη των συγκρατουμένων του:
Σήμερα, ολίγον προ της διανομής των δεμάτων, η S.D. παρέλαβε προς αποστολήν στην Γερμανίαν τριάκοντα τέσσαρες κρατουμένους από τους χθες συλληφθέντας στην Καλαμαριά. Οι δυστυχείς στα καλά καθούμενα πιάστηκαν σε μπλόκο, μεταφέρθηκαν εδώ και σε 24 ώρες μετάγονται στην Γερμανίαν χωρίς ρούχα, χωρίς αποσκευές, χωρίς τρόφιμα […]. Κατά την ώραν της μεταφοράς των τριάκοντα τεσσάρων κρατουμένων αυτών εις την είσοδον της φυλακής, παρίστατο πλήθος γυναικών και παιδιών από την Καλαμαριάν, σύζυγοι, μητέρες, αδέλφια, παιδιά αυτών που μόλις είδαν το αυτοκίνητον να ξεκινά ήρχισαν να κλαίουν και να τσιρίζουν με αλλαλαγμούς, τρέχοντας πίσω από το αυτοκίνητον. Τόσον σπαραξικάρδιον ήτο το θέαμα, που μας εκλόνισεν όλους.[76]
Επίλογος
Οι Γερμανοί άρχισαν να εγκαταλείπουν το στρατόπεδο από τις 18 Οκτωβρίου 1944, λίγες μέρες πριν την Απελευθέρωση. Με απαίτηση του Γενικού Διοικητή Μακεδονίας, Αθανάσιου Χρυσοχόου, απελευθερώθηκαν πρώτα οι «εθνικόφρονες» κρατούμενοι. Έως τις 28 Οκτωβρίου είχαν απελευθερωθεί και οι υπόλοιποι κρατούμενοι, οι οποίοι μεταφέρθηκαν σε διαμορφωμένους από τη Γενική Διοίκηση Μακεδονίας χώρους διαμονής και συσσιτίων.[77]
Τη λήθη που επήλθε τα επόμενα χρόνια, αποπειράται να διακόψει το ελληνικό κράτος τα τελευταία χρόνια με προσπάθειες επαναχρησιμοποίησης του στρατοπεδικού συμπλέγματος, αφότου περιήλθε στην κυριότητα του ομώνυμου δήμου. Ειδικότερα, η μετατροπή του κτηρίου Α2 και σε Μουσείο Εθνικής Αντίστασης, μεταξύ άλλων, φιλοδοξεί να αναδείξει και την ιστορία του στρατοπέδου την περίοδο 1941-1944 ως συμβόλου Αντίστασης στους κατακτητές. Μέρος της ιστορίας αυτής αποτελούν, αναπόδραστα, και τα υποκείμενα του εγκλεισμού, επιχειρώντας να αποκαταστήσει τη σιωπή και τη μνήμη τους. Ως τόπος μνήμης, πλέον, θα προσφέρει τη δυνατότητα ενός διαλόγου με το τραυματικό παρελθόν, καλώντας το κοινωνικό σύνολο σε αναμέτρηση με τις σκοτεινές αυτές πτυχές της μικροϊστορίας της.
Συνολικά η λειτουργία του στρατοπέδου ως χώρου κράτησης κατά τη διάρκεια της Κατοχής, θα μπορούσε να αποδοθεί σε ένα τόπο με πολλές μεταμορφώσεις, όπου η έννοια της εξουσίας και του εγκλεισμού εναλλάσσεται με αυτήν της Αντίστασης και της μνήμης. Από χώρος στρατιωτικής πειθαρχίας και οργάνωσης, μετατράπηκε σε χώρο κράτησης, βασανιστηρίων και εκτελέσεων κατά τη διάρκεια της Κατοχής, για να γνωρίσει στη συνέχεια νέες χρήσεις, συμβαδίζοντας με τις πολιτικές και ιδεολογικές αλλαγές της μεταπολεμικής Ελλάδας. Η ιστορία του στρατοπέδου λειτουργεί, έτσι, ως καθρέφτης των εκάστοτε μηχανισμών εξουσίας αλλά και ως πεδίο, όπου θα μπορούσε κανείς να εντοπίσει τις τραυματικές μνήμες του 20ού αιώνα.
- Σπύρος Λαζαρίδης, Η κληρονομιά του Ζέιτενλικ. Χρονικό της γειτονιάς του στρατοπέδου Παύλου Μελά, Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2022, σ. 20. Εν τέλει, η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατέλαβε μεγαλύτερη έκταση και το υπόλοιπο της ιδιοκτησίας της Σαφιγιέ Χανούμ πουλήθηκε στον Γιακό Μοδιάνο, το οποίο απαλλοτριώθηκε το 1931 από το ελληνικό κράτος. ↑
- Νίκος Χατζητρύφων, Το τζαμί της Φεριντέ Χανούμ συζύγου Χασάν Φεχμί πασά. Το τελευταίο οθωμανικό τέμενος της Θεσσαλονίκης θεωρία & πρόταση αποκατάστασης – επανάχρησης, Θεσσαλονίκη 2020. ↑
- Παρασκευή Κούρτη, «Ιστορικά στοιχεία του πρώην στρατοπέδου Παύλου Μελά», διαθέσιμο στο: http://concentrationcampsgreece.web.auth.gr/-/index.php/camps/pavlou-mela/istorika-stoixeia-tou-proin startopedou-paulou-mela [τελευταία ημερομηνία πρόσβασης: 10 Ιανουαρίου 2020]. ↑
- Τα ελληνικά στρατεύματα φαίνεται πως κατέλαβαν το στρατόπεδο για να προετοιμάσουν τον αφοπλισμό του οθωμανικού στρατού αργά το βράδυ της 31ης Οκτωβρίου προς 1η Νοεμβρίου 1912.. Σύμφωνα με τον ανταποκριτή στη Θεσσαλονίκη της αθηναϊκής εφημερίδας Εμπρός, την ίδια ημέρα σημειώθηκε έκρηξη στις πυριτιδαποθήκες του στρατοπέδου, πιθανότατα όχι τυχαία, με την αναφορά «Στρατώνες Ζεϊτινλίκ». Εμπρός, 4 Νοεμβρίου 1912. ↑
- Για την παρουσία της Στρατιάς της Ανατολής στην περιοχή ενδεικτικά βλ. Λαζαρίδης, ό.π., σσ. 78-79. ↑
- Οι συνθήκες διαβίωσης των προσφύγων στα δυτικά της Θεσσαλονίκης και στην ευρύτερη περιοχή του στρατοπέδου περιγράφονται στον τοπικό Τύπο με μελανά χρώματα: «Η προσοχή του Ερυθρού Σταυρού και του Πατριωτικού Συνδέσμου είνε τώρα εστραμμένη προς τον συνοικισμόν Λεμπέτ, όπου έχουν συγκεντρωθή περί τας 6-7.000 γυναικοπαίδων τα οποία είνε γυμνά. Δεν έχουν τίποτε. Ούτε στρωμνήν ούτε εφόδια. Συνεπώς έχουν ανάγκην των πάντων». Νέα Αλήθεια, 18 Σεπτεμβρίου 1922. ↑
- Η νέα ονομασία συναντάται στον Τύπο στις 17 Αυγούστου 1927: «Προχθές, επέτειον της Μάχης του Κάλε Κρότο (15 Αυγούστου 1927) επανηγύρισεν την επέτειον αυτού εορτή το Γ΄ Σύνταγμα Πυροβολικού εις το ενταύθαν Στρατόπεδον του «Παύλος Μελάς» (Αγ. Παρασκευή). Μακεδονία, 17 Αυγούστου 1927. ↑
- Παρασκευή Κούρτη, «Αστικές πολιτικές και δημόσιος χώρος, συνέχεια και αλλαγή στη διαχείριση του δημόσιου χώρου στη Δυτική Θεσσαλονίκη 1980-2010», Πολυτεχνική Σχολή, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, Τομέας Πολεοδομίας, Χωροταξίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 2017, σσ. 151-155. ↑
- Δημήτριος Θ. Μπέλλος, Το κατοχικό συλλαλητήριο της Αλεξάνδρειας (πρώην Γιδά), 23 Μαρτίου 1944, Μάτι, Κατερίνη 2005, σσ. 124-144. ↑
- Wolfgang Benz, „Nationalsozialistische Zwangslager. Ein Überblick“, Wolfgang Benz-Barbara Distel (επιμ.), Der Ort des Terrors. Geschichte der nationalsozialistischen Konzentrationslager. Die Organisation des Terrors, τόμ. 1, β΄ έκδ., Μόναχο 2006, σσ. 11-12. ↑
- Vaios Kalogrias, Okkupation, Widerstand und Kollaboration in Makedonien 1941-1944, Mainz-Ruhpolding 2008, σσ. 50-51. Αθανάσιος Χρυσοχόου, Η Κατοχή εν Μακεδονία 1941-1944. Οι Γερμανοί εν Μακεδονία, τόμ. 5, Θεσσαλονίκη 1962, σσ. 419-420. ↑
- Bundesarchiv-Militärarchiv Freiburg [στο εξής BArch], RW 40/160: Befehlshaber Thessaloniki-Ägäis, Br. B. Nr. 209/41 geh., „Monatlicher Verwaltungsbericht August 1941‟, Θεσσαλονίκη, 4 Σεπτεμβρίου 1941. ↑
- Βλ. σχετικά, Regierungsblatt, Heft A, „Über die Errichtung eines zweiten Kriminalgefängnisses in Thessaloniki und die Bestellung des Personals für dasselbe“, Bogen Nr. 396. Αθήνα, 17 Νοεμβρίου 1941, σσ. 2115, 2119. ↑
- Στράτος Ν. Δορδανάς, Το αίμα των αθώων. Αντίποινα των γερμανικών αρχών Κατοχής στη Μακεδονία, 1941-1944, Εστία, Αθήνα 2007, σ. 109. ↑
- Ας σημειωθεί ότι κάποιοι από τους κρατούμενους εντάχθηκαν στο ΚΚΕ λόγω των απάνθρωπων συνθηκών κράτησής τους. Βλ. σχετικά, Χρυσοχόου, ό.π., σ. 420. ↑
- Μαρία Καβάλα, «Οι εκτελέσεις Εβραίων στη Θεσσαλονίκη στα χρόνια της Κατοχής: πολιτική αντιποίνων και φυλετισμός», Άννα Μαχαιρά, Λήδα Παπαστεφανάκη (επιμ.), Εβραϊκές κοινότητες ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση, 15ος-20ος αιώνας: Οικονομία, Κοινωνία, Πολιτική, Πολιτισμός, Ισνάφι, Ιωάννινα 2016, σ. 257. ↑
- Σχετικά με την εγκληματική δράση του Πούλου, βλ. Στράτος Ν. Δορδανάς, Έλληνες εναντίον Ελλήνων. Ο κόσμος των Ταγμάτων Ασφαλείας στην κατοχική Θεσσαλονίκη, 1941-1944, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη 2006, σσ. 155-206 και passim. ↑
- Δορδανάς, Το αίμα των αθώων, σ. 108. ↑
- Zentrale Stelle der Landesjustizverwaltungen [Ludwigsburg, στο εξής Zst], V 508 AR 1411/67: „Beeidigte Vernehmung Themistokli A.‟, Παρανέστι Δράμας, 24 Μαΐου 1946. Επίσης, Καφταντζής, Το ναζιστικό στρατόπεδο, τόμ. 2, σσ. 294, 304, 306. ↑
- Χρυσοχόου, ό.π., σσ. 418-419. ↑
- ΒArch Freiburg, RW 40/159: “Kriegstagebusch des Befehlshaber Saloniki-Agais”, Αθήνα, 22 Μαΐου 1941. Από το συγκεκριμένο έγγραφο επιβεβαιώνεται η μεταφορά και η κράτηση εκατοντάδων Γιουγκοσλάβων στη Θεσσαλονίκη. Επίσης, Βικτωρία Μπίχτα, «Σέρβοι κρατούμενοι στη γερμανοκρατούμενη Θεσσαλονίκη, 1941-1944», ανέκδοτη διπλωματική εργασία, Τμήμα Βαλκανικών, Σλαβικών και Ανατολικών Σπουδών, Σχολή Οικονομικών και Περιφερειακών Σπουδών, Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη 2021, σσ. 110-113. Εκτός από όσους κρατήθηκαν στο στρατόπεδο του Χαρμάνκιοϊ, οι Γιουγκοσλάβοι που έφτασαν στο Παύλου Μελά, διέμεναν στο κτίριο στρατωνισμού Β΄, χωριστά από τους υπόλοιπους κρατούμενους, προκειμένου να μην έρχονται σε επαφή. ↑
- ΒArch Freiburg, RW 40/159: “Anlage 10 zum Kriegstagebuch”, Θεσσαλονίκη, 2 Ιουλίου 1941. Ενδεικτικά αναφέρεται η εργασία των ομάδων αιχμαλώτων πολέμου στις αποθήκες «PΙ-PARK» τη φύλαξη των οποίων είχε αναλάβει το 665ό Τάγμα Κατασκευών της Wehrmacht. Στο έγγραφο σημειώνεται ότι υπήρχαν 6.465 αιχμάλωτοι πολέμου. Περισσότερα για την εφαρμογή της καταναγκαστικής εργασίας στην Ελλάδα, βλ. ενδεικτικά, Παναγιώτα Γκάτσιου, «‘‘Εφονεύθη κατά την εκτέλεσιν αγγαρίας’’: καταναγκαστική εργασία και απώλειες στην κατεχόμενη Ελλάδα, 1941-1944», Στράτος Ν. Δορδανάς, Μενέλαος Χαραλαμπίδης (επιμ.), Η μακρά νύχτα της κατοχής. Ανθρώπινες απώλειες και υλικές καταστροφές στην κατεχόμενη Ελλάδα (1941-1944), Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2025. ↑
- Μπέλος, ό.π., σ. 121. ↑
- Βλ. σχετικά, Δορδανάς, Το αίμα των αθώων, σσ. 59-60. ↑
- Περισσότερα βλ. Γεώργιος Καφταντζής,, Το ναζιστικό στρατόπεδο Παύλου Μελά Θεσσαλονίκης, 1941-1944-Όπως το έζησε και το περιγράφει στο ημερολόγιο του ένας όμηρος ο Λεωνίδας Γιασημακόπουλος (Αριθμός μητρώου φυλακής 4436), Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 1999, τόμ. 1. ↑
- Στο ίδιο, σ. 286. ↑
- Γεώργιος Καφταντζής,, Το ναζιστικό στρατόπεδο Παύλου Μελά Θεσσαλονίκης, 1941-1944-Όπως το έζησε και το περιγράφει στο ημερολόγιο του ένας όμηρος ο Λεωνίδας Γιασημακόπουλος (Αριθμός μητρώου φυλακής 4436), Παρατηρητής, Θεσσαλονίκη 2001, τόμ. 2, σ. 315. ↑
- Το ερευνητικό πρόγραμμα «Στρατόπεδο συγκέντρωσης Παύλου Μελά: Έρευνα, Εκπαίδευση και Μνήμη» υλοποιήθηκε από τον Δήμο Παύλου Μελά και χρηματοδοτήθηκε από το Γερμανικό Προξενείο Θεσσαλονίκης. Τα στοιχεία αντλήθηκαν από τον κατάλογο των Χριστιανών και των Εβραίων κρατουμένων αντίστοιχα. ↑
- Γεώργιος Σάββας, συνέντευξη σε Ευγενία Μπέλλου. 07/02/2021, Ψηφιακό Αρχείο Istorima, Διαθέσιμο στο: https://archive.istorima.org/interviews/EL-11068#segment-1, [ημερομηνία ανάκτησης: 14 Μαΐου 2024]. ↑
- Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης [στο εξής ΚΙΘ], Ιδιωτικές Συλλογές, Αρχείο Στρατοπέδου Παύλου Μελά-Ραούλ Λιβαδά, φάκ. 2, υποφάκ. 4: «Κατάδικοι εκ Λήμνου». ↑
- Πρέπει να σημειωθεί ότι τα παραπάνω στοιχεία δεν μπορούν να είναι απόλυτα ακριβή, καθώς οι πληροφορίες για ορισμένους κρατούμενους είναι ελλιπείς. ↑
- Βλ. https://concentrationcampsgreece.web.auth.gr/-/index.php/katalogoi-onomaton/kratoumenoi-stratopedou-paylou-mela ↑
- ΚΙΘ, Ιδιωτικές Συλλογές, Αρχείο Στρατοπέδου Παύλου Μελά-Ραούλ Λιβαδά, φάκ. 2, υποφάκ. 4: «Konzentrationslager Pavlu Mela Saloniki, Tagesablauf ab 1.4.1943, Tegesbefehl vom 2.4.1943 im K. L. Pavlu Mela». Οι κρατούμενες γυναίκες ακολουθούσαν ξεχωριστό πρόγραμμα. Για τις Κυριακές και τις γιορτές ίσχυαν ορισμένες εξαιρέσεις από το καθημερινό πρόγραμμα. ↑
- Καφταντζής, Το ναζιστικό στρατόπεδο, τόμ. 1, passim. ↑
- Στο ίδιο, σ. 22. ↑
- Διονυσίος Χαραλάμπους, Μάρτυρες. Διωγμοί 1942-1945, β’ έκδ., Η Δαμασκός, Αθήνα 1951, σ. 28. ↑
- Στο ίδιο. ↑
- Λαζαρίδης, ό.π., σ. 484, όπου αναφέρεται το τσιμεντένιο πάτωμα των θαλάμων με τις αναμενόμενες συνέπειες. ↑
- Θεόδωρος Βαλαχάς, Συνέντευξη mog044, 27.10.2016, Αρχείο “Μνήμες από την Κατοχή στην Ελλάδα”, archive.occupation-memories.org, DOI: 10.17169/mog.mog044, [τελευταία ημερομηνία πρόσβασης 12 Ιανουαρίου 2020]. ↑
- Βασιλική Παπαγεωργίου «Το ημερολόγιο του Λεωνίδα Γιασημακόπουλου: ακτινογραφώντας την καθημερινότητα των κρατουμένων στο ναζιστικό στρατόπεδο Παύλος Μελάς», διαθέσιμο στο: http://concentrationcampsgreece.web.auth.gr/-/index.php/camps/pavlou-mela/kathimerini-zoi-sto-nazistiko-stratopedo-p-mela [τελευταία ημερομηνία πρόσβασης: 15 Ιανουαρίου 2020]. ↑
- Χαραλάμπους, ό.π., σ. 38. ↑
- Γενικά Αρχεία του Κράτους-Ιστορικό Αρχείο Μακεδονίας [στο εξής ΓΑΚ-ΙΑΜ], Αυτόνομος Υπηρεσία Επισιτισμού Μακεδονίας [στο εξής ΑΥΕΜ], φάκ. 129, υποφάκ. 1: «Έκκλησις», Θεσσαλονίκη, 22 Μαρτίου 1943. ↑
- ΓΑΚ-ΙΑΜ, ΑΥΕΜ, φάκ. 137, υποφάκ. 1: «Επιτροπή διαχειρίσεως βοηθημάτων εν Ελλάδι υπό την αιγίδα του Διεθνούς Κομιτάτου του Ερυθρού Σταυρού, Διεύθυνσις Άρτου προς τον κον. Μαχαιρόπουλον», Θεσσαλονίκη, 10 Αυγούστου 1944. ↑
- Το στρατόπεδο παρουσιάζεται στους πίνακες διανομής τροφίμων στη Θεσσαλονίκη. ΓΑΚ-ΙΑΜ, Αρχείο Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού (τμήμα Θεσσαλονίκης 1942-1945), φάκ. 119, υποφάκ. 2: «Πίναξ υπ’ αριθμόν 10», Θεσσαλονίκη, 10 Μαρτίου 1942. Στον συγκεκριμένο πίνακα φαίνεται ότι διανεμήθηκε στο Παύλου Μελά ελαιόλαδο και αλάτι. ↑
- Καφταντζής, Το ναζιστικό στρατόπεδο, τόμ. 1, σ. 198. ↑
- ΓΑΚ-ΙΑΜ, ΑΥΕΜ, φάκ. 137, υποφάκ. 1: « Προς την Επιτροπή διαχειρίσεως βοηθημάτων εν Ελλάδι υπό την αιγίδα του Διεθνούς Κομιτάτου του Ερυθρού Σταυρού, Διεύθυνσις Άρτου», Θεσσαλονίκη, 25 Απριλίου 1944. ↑
- Στο ίδιο: «Προς τας Εγκληματικάς Φυλακάς Επταπυργίου και Παύλου Μελά», Θεσσαλονίκη, 20 Απριλίου 1944. ↑
- Στο ίδιο: «Γενική Εποπτεία Αρτοδότησης», Θεσσαλονίκη, 21 Ιουλίου 1944. ↑
- Γενικά Αρχεία του Κράτους-Κεντρική Υπηρεσία [στο εξής ΓΑΚ-ΚΥ], Αρχείο Μέσης Ανατολής, φάκ. 1882, υποφάκ. 4: «Περί μεταφοράς εκ του Σανατορίου Πέτρας εις το Στρατόπεδον Παύλος Μελάς φυματικών εξορίστων κομ/στών», Αθήνα, 11 Νοεμβρίου 1942. ↑
- ΚΙΘ, Ιδιωτικές Συλλογές, Αρχείο Στρατοπέδου Παύλου Μελά-Ραούλ Λιβαδά, φάκ. 2, υποφάκ. 4: «Αίτησις των εν τω Στρατοπέδω «Παύλος Μελάς» φυματικών κρατουμένων», Θεσσαλονίκη, 22 Φεβρουαρίου 1943. ↑
- ΓΑΚ-ΚΥ, Αρχείο Μέσης Ανατολής, φάκ. 1882, υποφάκ. 4: «Προς τον κ. Πρόεδρον της Κυβερνήσεως, κ. Αντιπρόεδρον της Κυβερνήσεως, Υπουργόν Υγιεινής, Υπουργόν Δικαιοσύνης, Υπουργόν Εσωτερικών», Αθήνα, 9 Νοεμβρίου 1942. ↑
- Χαραλάμπους, ό.π., σ. 34. ↑
- Ο Ευστάθιος Βαμβέτσος προπολεμικά υπηρετούσε στην Ειδική Ασφάλεια. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής ήταν διοικητής στο Αστυνομικό Τμήμα Νεάπολης και ως εκ τούτου είχε πρόσβαση στο στρατόπεδο, βλ. ενδεικτικά Φώτης Τριάρχης, «Η οργάνωση Βαμβέτσου», Αστυνομική Επιθεώρηση, Οκτώβριος 1995, διαθέσιμο στο: https://www.policemagazine.gr/sites/default/files/pdf/%CE%95%CE%91_1995-10-0000/ (τελευταία ημερομηνία πρόσβασης: 25 Αυγούστου 2018). ↑
- Καφταντζής, Το ναζιστικό στρατόπεδο, τόμ. 1, σ. 224. ↑
- Για έναν από τους συνήθεις τόπους εκτελέσεων στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης, πλησίον του Γαλλικού Ποταμού και μία λογοτεχνική αποτύπωσή του βλ. ενδεικτικά, Ισίδωρος Ζουργός, Στη σκιά της πεταλούδας, Πατάκης, Αθήνα 2017, σ. 383. ↑
- Η τοποθεσία της «τούμπας» των εκτελέσεων πλησίον του στρατοπέδου ταυτοποιήθηκε παραπλεύρως του σημερινού δημαρχείου του δήμου Παύλου Μελά. Λαζαρίδης, ό.π., σ. 488. ↑
- ΓΑΚ-ΚΥ, Αρχείο Μέσης Ανατολής, φάκ. 1882, υποφάκ. 3: «Ομαδική εκτέλεσις 49 ιδιωτών παρά των Γερμανικών Αρχών Κατοχής Θεσσαλονίκης», Αθήνα, 8 Αυγούστου 1943. Στο έγγραφο σημειώνεται ότι 32 από τους συνολικά 49 εκτελεσθέντες προέρχονταν από το στρατόπεδο Παύλου Μελά και οι υπόλοιποι από διάφορα κρατητήρια. ↑
- Καφταντζής, Το ναζιστικό στρατόπεδο, τόμ. 1, σ. 168. ↑
- Βασίλης Κ. Γούναρης-Πέτρος Παπαπολυβίου, «Εκτελέσεις, βία και ασιτία στη Θεσσαλονίκη της Κατοχής. Έρευνα και καταγραφή», Βασίλης Κ. Γούναρης-Πέτρος Παπαπολυβίου (επιμ.), Ο φόρος του αίματος στην κατοχική Θεσσαλονίκη. Ξένη κυριαρχία, αντίσταση και επιβίωση, Θεσσαλονίκη 2001, σσ. 150-151. ↑
- ΓΑΚ-ΚΥ, Αρχείο Μέσης Ανατολής, φάκ. 1882, υποφάκ. 3: Υπουργείον Εσωτερικών, Γ΄ Γενική Διεύθυνσις, Τμήμα Ασφαλείας, Γραφείον Δημ. Ασφαλείας προς το Γραφείον κ. Πρωθυπουργού, Αθήνα, 8 Αυγούστου 1943. ↑
- Καφταντζής, Το ναζιστικό στρατόπεδο, τόμ. 1, σσ. 242-244. ↑
- Γούναρης-Παπαπολυβίου, «Εκτελέσεις, βία και ασιτία στη Θεσσαλονίκη», σσ. 173-176. ↑
- ΓΑΚ-ΚΥ, Αρχείο Μέσης Ανατολής, φάκ. 1882, υποφάκ. 1: Ελληνική Πολιτεία, Γραφείον πρωθυπουργού προς Διεύθυνσιν Ανταποκρίσεων μετά Γερμανικών Αρχών κατοχής, Αθήνα, 13 Μαΐου 1943. ↑
- Γούναρης-Παπαπολυβίου, «Εκτελέσεις, βία και ασιτία στη Θεσσαλονίκη», σσ. 145-147. ↑
- Zst, V 508 AR 1409/67: „Eidliche Vernehmung Georgiou G.‟, Θεσσαλονίκη, 30 Νοεμβρίου 1945. ↑
- Zst, V 508 AR 1411/67: „Beeidigte Vernehmung Themistokli A.‟, Παρανέστι Δράμας, 24 Ιουνίου 1946. ↑
- Καφταντζής, Το ναζιστικό στρατόπεδο, τόμ. 1, σ. 173. ↑
- Λαζαρίδης, ό.π., σσ. 457-458. ↑
- Οι δύο συγγραφείς των χρονικών της κράτησης στο στρατόπεδο, Λεωνίδας Γιασημακόπουλος και Διονύσιος Χαραλάμπους αποτυπώνουν ξεκάθαρα την θρησκευτική τους πίστη. Ο δεύτερος απολύτως δικαιολογημένα, καθώς ήταν κληρικός. ↑
- Νέα Ευρώπη, 5 Αυγούστου 1944, σ. 2 ↑
- Λαζαρίδης, ό.π., σσ. 520-521 και σ. 529, όπου και φωτογραφία με Σέρβους και Έλληνες κρατούμενους με ποδοσφαιρικές ενδυμασίες. ↑
- Μπίχτα, «Σέρβοι κρατούμενοι στη γερμανοκρατούμενη Θεσσαλονίκη», σσ. 110-113. ↑
- Γεώργιος Σάββας, συνέντευξη σε Ευγενία Μπέλλου. 07/02/2021, Ψηφιακό Αρχείο Istorima, Διαθέσιμο στο: https://archive.istorima.org/interviews/EL-11068#segment-1, [ημερομηνία ανάκτησης: 14 Μαΐου 2024]. ↑
- Καφταντζής, Το ναζιστικό στρατόπεδο, τόμ. 1, σ. 105. ↑
- Μπέλος, ό.π., σσ. 207-208. ↑
- Καφταντζής, Το ναζιστικό στρατόπεδο, τόμ. 2, σσ. 133-134. Περισσότερα βλ. Αλέξανδρος Δροσινάκης, Δημήτρης Μητσόπουλος, Χρήστος Φωτογλίδης, «Μετά το Παύλου Μελά: κρατούμενοι του στρατοπέδου Παύλου Μελά σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας», διαθέσιμο στο: https://concentrationcampsgreece.web.auth.gr/-/index.php/camps/pavlou-mela/kratoumenoi-tou-stratopedou-p-mela-se-alla-staropeda [τελευταία ημερομηνία πρόσβασης: 15 Ιανουαρίου 2020]. Η παρούσα έρευνα φέρνει στο φως τους σταθμούς περιπλάνησης των κρατουμένων του Παύλου Μελά που νωρίτερα ή αργότερα μέσα στην Κατοχή πήραν τον μακρύ δρόμο των γερμανικών στρατοπέδων συγκέντρωσης και εργασίας. ↑
- Χρυσοχόου, ό.π., σ. 420. ↑